ΑΡΘΟΓΡΑΦΙΑ

2021: η γιορτή και η αυτογνωσία - Άρθρο του Γιάννη Βούλγαρη στα «ΝΕΑ»

Πώς κάνει γενέθλια ένα Έθνος; Και μάλιστα όχι όποια όποια, αλλά τα διακόσια του; Ίσως όπως γιορτάζει ο καθένας μας κάποια σημαδιακά γενέθλια της ζωής του. Επηρεαζόμενος από τη συγκυρία, αναμειγνύοντας τη γιορτή και το συναίσθημα με την αναδρομή και τον αναστοχασμό. Η συγκυρία του 2021 είναι αντιφατική. Η κοινωνία είναι ακόμα πληγωμένη από τη δεκάχρονη κρίση, αλλά αισθάνεται ότι άντεξε, και τώρα μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται το μέλλον χωρίς το άγχος της επιβίωσης. Ξαναβρίσκει κοινούς παρονομαστές στην πολιτική ζωή, αλλά η αμοιβαία εχθρότητα παραμένει. Το ερώτημα λοιπόν τίθεται αυτομάτως: θα συμπαρασύρει η πόλωση που επικρατεί στη δημόσια σφαίρα την επέτειο του 2021; Θα επικρατήσει ο πολιτικός και κινηματικός οπαδισμός έναντι της στοιχειώδους εθνικής ενότητας που είναι προϋπόθεση της γιορτής, του αναστοχασμού και της αυτογνωσίας; Θα επεκταθεί ο μιντιακός ευτελισμός του πολιτικού ανταγωνισμού και στον εορτασμό του 2021; Κοντολογίς, θα νικήσει η πόλωση τη γιορτή και την αυτογνωσία, ή θα συμβεί το αντίστροφο, το 2021 θα επιβληθεί χάρη στο κύρος που του δίνουν τα διακόσια χρόνια;
 
Ας μην υποτιμήσουμε τη δυναμική της Γιορτής. Και ας μην την απαξιώσουμε είτε από ελιτίστικη υπεροψία είτε από αντιεθνικιστική ιδεολογική απλοϊκότητα. Υπάρχουν βέβαια γιορτές και γιορτές. Σε κάποιες πάμε από υποχρέωση, σε άλλες από την επιθυμία να συμμετάσχουμε και να επικοινωνήσουμε γιατί αισθανόμαστε μέρος της συλλογικότητας που γιορτάζει. Στο μέτρο που θα εκδηλωθεί μια τέτοια μαζική επιθυμία και διαθεσιμότητα, τότε θα διαμορφωθεί από «τα κάτω» μια πιο ενωτική ατμόσφαιρα, θα αποδυναμωθούν και θα αποτύχουν οι όποιες σχεδιασμένες ή αυθόρμητες τάσεις απαξίωσης τού εορτασμού από οπουδήποτε και αν προέλθουν. Όλο αυτό θα είναι μια σημαντική συμβολή στην εθνική ανασυγκρότηση που χρειαζόμαστε μετά την κρίση.
 
Κατά τις πρώτες ενδείξεις η επιθυμία και η διαθεσιμότητα υπάρχει και από όσο φαίνεται θα αυξάνεται. Πανεπιστήμια, επιστημονικοί φορείς, μουσεία, πόλεις, δήμοι, μαζικά μέσα ενημέρωσης ετοιμάζονται, επιτροπές ήδη συστάθηκαν και σχεδιάζουν. Ο καθένας από την οπτική του και την ειδίκευσή του. Επιστήμη, τέχνη, πολιτική θα διασταυρωθούν σε ένα κρεσέντο δημόσιας ιστορίας – ιστορίας που βγαίνει από τις ακαδημαϊκές αίθουσες για να ζυμωθεί με ευρύτερα ακροατήρια. Συνήθως, χώρες που γιόρτασαν τα στρογγυλά χρόνια των ιδρυτικών επαναστάσεών τους επισφράγισαν την επέτειο με την κατασκευή μεγάλων και σημαδιακών μνημείων. Η Ελλάδα σήμερα δεν έχει τους πόρους. Αντί μνημείων ας φιλοδοξήσει λοιπόν να κατασκευάσει ένα καλύτερο «εμείς». Η ενεργοποίηση της ιστορικής συνείδησης προσφέρει αυτή τη δυνατότητα γιατί είναι εξ ορισμού συνδεδεμένη με την εθνική αυτογνωσία και την εθνική ταυτότητα. Γεφυρώνει τους χρόνους: την ερμηνεία του παρελθόντος, με την κατανόηση του παρόντος και την προοπτική του μέλλοντος. Κατά τούτο ο μαζικός  και διάχυτος χαρακτήρας που φαίνεται να παίρνει ο εορτασμός αποτελεί από μόνος του μια πρόκληση και ένα στοίχημα. Θα είναι μια χαμένη υπόθεση αν καταλήξει να αναπαραγάγει, σχεδόν αυθόρμητα, όλα τα παραδοσιακά στερεότυπα για τα διακόσια χρόνια της εθνικής μας εξέλιξης. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός γιατί ζούμε σε μια περίοδο που οι εθνικές ταυτότητες σκληραίνουν και συστρέφονται γύρω από τα πιο συντηρητικά συστατικά τους.
 
Αντιθέτως το στοίχημα θα κερδηθεί αν η επέτειος συμβάλλει στην ανανέωση της εθνικής αυτογνωσίας. Που σημαίνει ότι η συλλογική συνείδηση για την εθνική πορεία των διακοσίων χρόνων θα εμπλουτιστεί με πιο σύγχρονες γνώσεις (όχι μόνο της ιστορίας), θα επικοινωνήσει με πιο υψηλά αισθητικά πρότυπα από τα συνήθη, θα προβληματιστεί με συστηματικότερο τρόπο για τις προοπτικές της χώρας. Επιστήμονες, καλλιτέχνες, πολιτικοί έχουν τον δικό τους ρόλο και τις δικές τους ευθύνες για το αποτέλεσμα. Η διαδικασία δεν μπορεί να έχει τον χαρακτήρα κατήχησης ή εθνικής-ηθικής διαπαιδαγώγησης γιατί τότε θα αποτύχει παταγωδώς. Υποχρεωτικά θα υπακούει στα πρότυπα της σύγχρονης δημοκρατικής και ευρωπαϊκής Ελλάδας: διαδικασία κριτική, ανοιχτή, πλουραλιστική.
 
Η ανανέωση της εθνικής αυτογνωσίας συνιστά πρόκληση αλλά δεν είναι ουτοπική επιθυμία. Σήμερα η Ελλάδα, παρά την κρίση, μπορεί να δει τον εαυτό της με μεγαλύτερο ρεαλισμό και αυτοπεποίθηση. Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνει τον σχιζοφρενικό μετεωρισμό από τον «εθνικό απελπισμό» και το αυτοϋποτιμητικό «ψωροημείς» στην κομπορρημοσύνη του «περιούσιου» έθνους. Μπορεί να δει το παρελθόν της πιο ειλικρινά, ξέροντας ότι στα διακόσια χρόνια δεν έγινε πρωταθλήτρια αλλά δεν συγκαταλέχτηκε στους «χαμένους» της νεωτερικότητας. Πορεύτηκε άλλοτε μικραίνοντας και άλλοτε μακραίνοντας τις αποστάσεις από τις «ανεπτυγμένες χώρες», αλλά χωρίς να χάσει ποτέ την επαφή. Σήμερα δεν χρειαζόμαστε τους παραμορφωτικούς φακούς της εθνικιστικής δημαγωγίας για να δούμε την εθνική διαδρομή, ούτε τους ύμνους στις«αιώνιες αρετές» των Ελλήνων. Όλα αυτά συσκοτίζουν αντί να φωτίζουν. Μας φτάνει π.χ. η νέα ιστοριογραφική ματιά για να κατανοήσουμε το επαναστατικό κατόρθωμα του 1821, τον πρωτοποριακό για την εποχή και την περιοχή χαρακτήρα του, τη γόνιμη σύνθεση Διαφωτισμού και λαϊκής παράδοσης, την αντοχή στη μακρόχρονη πολεμική δοκιμασία, την πολιτική δεξιοτεχνία που οδήγησε τελικά στην επιτυχή έκβαση.
 
Η νέα ιστοριογραφία έχει πιστοποιήσει επίσης ότι η εθνική μας πορεία από τα τέλη του 18ου αιώνα εντάχθηκε σταθερά στο ευρωπαϊκό νεωτερικό γίγνεσθαι. Υπήρξαμε μέτοχοι και όχι παθητικοί μιμητές, η στενή σύμπλεξη ευρωπαϊκότητας και ελληνικότητας ήταν σταθερό στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας. Ιστορικά η διεθνής μας προβολή ποντάρισε και συνεχίζει να ποντάρει στο κύρος της ελληνικής αρχαιότητας, αντιθέτως τα τελευταία εξήντα χρόνια η «ελληνικότητα» που προβάλαμε προσδιορίστηκε περισσότερο από το συρτάκι και το σουβλάκι, γεγονός προσοδοφόρο και γραφικό, αλλά ελάχιστα διεθνοποιήσιμο. Η δεκαετία της κρίσης επιδείνωσε τη διεθνή μας εικόνα φορτώνοντάς την με αρνητικά ως χυδαία στερεότυπα. Είναι άλλο ένα θέμα αναστοχασμού και συζήτησης. Η Ελλάδα που βγαίνει από την κρίση, με πληγές αλλά όρθια, πρέπει να ξανασυστήσει τον εαυτό της στη διεθνή σκηνή με νέους όρους, να καταθέσει τη δική της συμβολή στην αγωνιώδη διεργασία της Ευρώπης που αναζητά και αυτή τον ρόλο της στην παγκοσμιοποίηση.
 
Ακόμα πιο ουσιώδες ζήτημα της νέας αυτογνωσίας είναι η σχέση έθνους και κράτους που καθιερώσαμε. Σαν Έλληνες δενόμαστε στενά από τη μια με την οικογένεια και τον τόπο καταγωγής, και από την άλλη με το έθνος. Στο μέσο των δύο, υπάρχει ένα αδύναμο «κρατικό εμείς». Ένα Κράτος που, αντί να λειτουργεί με γενικούς κανόνες και να εκφράζει το γενικό συμφέρον, υποτάσσεται στα μερικά και συντεχνιακά συμφέροντα, μοιράζοντας αντίστοιχα προνόμια. Κανονικά, αυτό θα έπρεπε να είναι το πρόβλημα που θα συζητούσαμε μετά την κρίση, γιατί η βασική αιτία της χρεοκοπίας ήταν αυτή η ιδιωτική ιδιοποίηση του δημόσιου. Ποτέ δεν είναι αργά και θα ήταν ευχής έργο ο εορτασμός να προσφέρει την ευκαιρία.
Το έθνος κατά τον διάσημο ορισμό του Ερνέστ Ρενάν είναι μια μεγάλη αλληλεγγύη, είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα που επιβεβαιώνει την επιθυμία συνέχισης της κοινής ζωής. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, έχοντας διαμορφώσει ιστορικά μια ισχυρή εθνική ταυτότητα, ψηφίζουμε καθημερινά υπέρ. Μακάρι το 2021 να βοηθήσει να δώσουμε νόημα στην ψήφο μας.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της Επιτροπής «Ελλάδα 2021».

 

Χρησιμοποιούμε cookies και παρόμοιες τεχνολογίες για να αναγνωρίσουμε
τις επαναλαμβανόμενες επισκέψεις και προτιμήσεις σας,
καθώς και για να μετρήσουμε και να αναλύσουμε την κίνηση στον ιστότοπό μας.

Για να δείτε περισσότερα δείτε την πολιτκή προστασίας προσωπικών δεδομένων.