ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Αναστάσιος Ορλάνδος: Ο φύλακας άγγελος των αρχαίων μνημείων

Εκατομμύρια άνθρωποι κάθε χρόνο σε ολόκληρο τον κόσμο ταξιδεύουν χιλιάδες χιλιόμετρα για να θαυμάσουν τα αρχαία μνημεία. Η χώρα μας είναι ένας από τους κορυφαίους προορισμούς: με την Ακρόπολη, το Θέατρο της Επιδαύρου, τις Μυκήνες, την Κνωσσό και τόσα άλλα αριστουργήματα του αρχαίου κόσμου. Στεκόμενοι απέναντί τους όλοι αναλογίζονται εκείνους που τα έφτιαξαν. Προσπαθούν στο μυαλό τους να ανασυνθέσουν τις συνθήκες στις εποχές της δημιουργίας τους. Στην μακραίωνή πορεία τους τα μνημεία γνώρισαν στιγμές δόξας και καταστροφές. Από φυσικά φαινόμενα ή ανθρώπινο χέρι. Γνώρισαν ακμή και παρακμή. Δεν έφθασαν όλα ακέραια στις μέρες μας. Ορισμένα κινδύνεψαν με ολοκληρωτική καταστροφή. Ευτυχώς για εμάς και τις γενιές που θα ακολουθήσουν υπήρξαν αφανείς ήρωες που τα προστάτεψαν. Οι άνθρωποι που αφιέρωσαν τις ζωές τους στην διαφύλαξη και ανάδειξη της ιστορικής κληρονομιάς. Ώστε όλοι μας να μπορούμε σήμερα να τα θαυμάζουμε. 

Γεννηθείς το 1887, ο Αναστάσιος Ορλάνδος, απόγονος της σπετσιώτικης οικογένειας Ορλάνδου που πρωτοστάτησε στον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας κατά των Οθωμανών, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ακαδημαϊκούς αρχιτέκτονες του 20ου αιώνα και θεμελιωτής της βυζαντινής τέχνης στη Ελλάδα. Από το 1919, υπηρέτησε ως τακτικός καθηγητής αρχιτεκτονικής μορφολογίας και ρυθμολογίας στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, καθώς και της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, ενώ από το 1940 ανέλαβε την έδρα της βυζαντινής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η λαμπρή του καριέρα στη μελέτη των αρχαίων μνημείων ξεκίνησε σε μια ταραχώδη για την Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο περίοδο, όταν το 1915 εκπονούσε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα το ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και δύο χρόνια αργότερα ξεκινούσε τη μετεκπαίδευσή του στο εξωτερικό, κάνοντας την πρακτική του σε μνημεία της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Εκεί, μαθήτευσε κι εργάστηκε πλάι σε εξέχοντες αρχαιολόγους της εποχής, όπως τον Anton Von Premerstein και τον Alfed Bruckner (ανέλαβε τις ανασκαφές του Κεραμεικού). 

Έχοντας μεγάλη αγάπη για τον πολιτισμικό πλούτο της πατρίδας του, ανέλαβε από το 1920 τη διεύθυνση των Αναστηλώσεων των Αρχαίων και Ιστορικών μνημείων της Ελλάδας, στις οποίες, μετά το 1942, προστέθηκε και η Ακρόπολη, ενώ από το 1951 μέχρι και το θάνατό του διετέλεσε γενικός γραμματέας της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ανάμεσα στα δεκάδες μνημεία που ανέλαβε την αναστήλωσή τους βρίσκονται οι θολωτοί τάφοι των Μυκηνών, ο ναός της Απτέρου Νίκης, το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, το Θέατρο της Επιδαύρου, ενώ η τρίτομη μελέτη του με τίτλο «Η Αρχιτεκτονική του Παρθενώνος» (1977-1978) συνιστά το μεγάλο ακαδημαϊκό πόνημα της ζωής του. Επιπλέον, το έργο του ήταν διεθνώς αναγνωρισμένο, με αποτέλεσμα να αναγορευθεί ως επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελληνικών Σπουδών του Λονδίνου και του Αμερικανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου,  καθώς και τακτικό μέλος του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Βερολίνο.

Μέχρι και το 1979, που αποτελεί το έτος θανάτου του, ο Ορλάνδος παρέμενε ακούραστος μελετητής των μνημείων, κυρίως της πρώιμης, της μέσης και της όψιμης βυζαντινής περιόδου, την αρχιτεκτονική των οποίων αναδείκνυε ενδελεχώς μέσα από το περιοδικό «Αρχείον Βυζαντινών Μνημείων Ελλάδος», το οποίο κι εξέδιδε με δικά του έξοδα. Το 1994, ο έτερος μεγάλος Έλληνας Βυζαντινολόγος, Μανόλης Χατζηδάκης, πραγματοποίησε ένα από τα οράματα του Ορλάνδου, ιδρύοντας το Κέντρο Έρευνας Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης στην Ακαδημία Αθηνών.

Πηγή: https://www.byzantinemuseum.gr/el/museum/history/