ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Για τον τρίτο αιώνα ελληνικής ελευθερίας

Του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη - * Τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και μέλος της Ολομέλειας της Επιτροπής «Ελλάδα 2021»

Το 2021 είναι το έτος της διακοσιοστής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης. Εύλογο είναι η επέτειος και οι πολλαπλοί συμβολισμοί της να εκτρέφουν τόσο προσδοκίες όσο και διαθέσεις στοχαστικών αναδρομών. Όσοι θα σπεύσουν να λάβουν δημοσίως τον λόγο θα μπορούσαμε να προδικάσουμε ότι εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: αφενός όσοι θα αποδυθούν στο εύκολο έργο του πανηγυρισμού και της καλλιέργειας της συλλογικής αυταρέσκειας, εξαίροντας τους αγώνες, τις θυσίες και τα επιτεύγματα της διαδρομής των δύο αιώνων του ελληνικού ελεύθερου βίου· στην άλλη πλευρά είναι όσοι αρέσκονται στην αυτομαστίγωση, με την υπογράμμιση των αποτυχιών και των παθογενειών, ήδη από τα χρόνια του αγώνα, του ελληνικού συλλογικού βίου και με την αποκαθήλωση των αξιών που κατέστησαν δυνατή τη συνύπαρξη του πληθυσμού της Ελλάδος στους κόλπους ενός συνεκτικού έθνους. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν επιχειρήματα, τα οποία διαθέτουν ισχυρά ερείσματα στην ιστορική εμπειρία. Η εκατέρωθεν αξιοπιστία όμως υπονομεύεται από τη μονομέρεια και την απροθυμία να σταθμιστούν σοβαρά και οι κρίσεις της άλλης πλευράς.

Ισολογισμός θετικός

Επί της διχογνωμίας αυτής, η οποία πηγάζει από τη δυσανεξία που χαρακτηρίζει την ελληνική σκέψη απέναντι στη διαφορετική άποψη και τη διαφωνία, αξίζει να λεχθούν δύο λόγια. Ακόμη και η αυστηρότερη θεώρηση της διαδρομής των διακοσίων ετών της ελληνικής ελευθερίας θα αναγνωρίσει ότι ο ισολογισμός είναι θετικός. Αρκεί μια σύγκριση του πού βρισκόταν η ελληνική κοινωνία, ό,τι σήμερα αποκαλούμε ελληνισμό, γύρω στο έτος 1800, και πού βρίσκεται στις απαρχές του εικοστού πρώτου αιώνα: από τη δουλεία, την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια συγκαταλεγόμαστε τώρα στους πραγματικά προνομιούχους του πλανήτη, ανήκουμε οργανικά στην Ευρώπη της ευημερίας και των ελευθεριών. Ποιος θα μπορούσε ορθολογικά και καλόπιστα να αμφισβητήσει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να καταφεύγει σε ανιστόρητες αφέλειες και ρητορικές υπερβολές;

Καταστροφές υπήρξαν όντως σημαντικές, και μάλιστα ανυπολόγιστες εθνικές τραγωδίες: το 1922 στη Μικρά Ασία και το 1974 στην Κύπρο, για τις οποίες το τραγικότερο είναι ότι η μεγίστη ευθύνη βαρύνει εμάς τους ιδίους. Όπως επίσης υπήρξαν και σοβαρές αποτυχίες στη συγκρότηση του εσωτερικού εθνικού βίου με τους αλλεπάλληλους διχασμούς και τις συνέπειές τους που διατρέχουν τον εικοστό αιώνα και των οποίων η σκιά στην πολιτική και ιδίως στην πνευματική ζωή της χώρας παραμένει αισθητή. Ας μην ενδώσουμε όμως στον σχεδόν ακαταμάχητο πειρασμό της μεμψιμοιρίας. Ας σκεφτούμε θετικά και ας στραφούμε σε έναν στοχαστικό διάλογο για το μέλλον της χώρας, όπως επιζητεί και η ψυχολογία της ανατολής του νέου ενιαυτού.

Βέβαια, οποιαδήποτε «θετική» σκέψη προσκρούει, τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές, στη φοβερή εμπειρία της πανδημίας, που σκιάζει τον πλανήτη και τις προοπτικές του και απειλεί επίσης και την ελπίδα μας να εορτάσουμε, όπως της αξίζει, τη διακοσιοστή επέτειο της ελευθερίας μας. Οι αβεβαιότητες και οι αντιξοότητες της Τύχης πάντως, όπως μας θυμίζει ο Μακιαβέλλι, καθορίζουν το ήμισυ του τι πράττουμε. Το άλλο ήμισυ μπορεί να καθοριστεί από τον δικό μας ορθολογικό σχεδιασμό και την άσκηση επιλογών που επιτρέπει η κατά το δυνατόν ρεαλιστική στάθμιση των πραγμάτων.

Kitromilidis 19012021

 Ανθίβολο για το έργο «Τριπολιτσά». Το έργο ανήκει στον Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο και θα παρουσιαστεί σε έκθεση στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών το φθινόπωρο του 2021.

Οι προτεραιότητες του αύριο

Η ευχέρεια που αφήνει στην ανθρώπινη πράξη αυτή η αντίληψη είναι και η πηγή της ευθύνης του ατόμου, του πολίτη θα έλεγε ο Μακιαβέλλι, και του συλλογικού σώματος, στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση δράσεων και έργων προς προαγωγή του αγαθού. Με επίγνωση αυτής της ευθύνης, ίσως να μπορούσαμε να απαριθμήσουμε κάποιες προτεραιότητες που θα έπρεπε να βρεθούν στο επίκεντρο της συλλογικής μας φροντίδας. Αποφεύγω βέβαια να επαναλάβω τα αυτονόητα για την ανάγκη της έρευνας και της ανάπτυξης, την πάταξη της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, για την εξωστρέφεια και την υπέρβαση του επαρχιωτισμού μας, και κυρίως για τον ενστερνισμό επιτέλους από την κοινωνία μας της ελευθερίας με ειλικρίνεια και όχι απλώς ρητορικά, ως επίγνωση ότι τα δικαιώματα συνεπάγονται και υποχρεώσεις και οριοθετούνται από τη δικαιοσύνη. Ίσως πάντως για λόγους παιδαγωγικούς να αξίζει να τα υπενθυμίζουμε… Καταθέτω λοιπόν μερικές σκέψεις με συστολή αλλά και αγωνία.

Η οικολογική πρόκληση

Πρώτο αντικείμενο προβληματισμού και μέριμνας θα πρέπει να είναι η προστασία του περιβάλλοντος και η αντιμετώπιση των αμέτρητων οικολογικών προβλημάτων που προκαλούν η ανθρώπινη πλεονεξία, η αρπακτικότητα και η έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στη φύση. Η καταστροφή του περιβάλλοντος λειτουργεί κυρίως εις βάρος των μεγάλων τμημάτων της ανθρωπότητας που είναι λιγότερο προνομιούχοι από εμάς και υφίστανται τις συνέπειες των συνεχώς διευρυνόμενων μορφών της ανισότητας. Είναι μια εμπειρία πικρή και αποκαρδιωτική να βλέπει κάνεις την αποτύπωση του προβλήματος αυτού στην καταστροφή της φυσικής ομορφιάς της ωραίας χώρας στην οποία ζούμε, που στενάζει κάτω από την ασύστολη απόθεση, παντού γύρω μας, απορριμμάτων της ανθρώπινης απληστίας και ανευθυνότητας.

Παιδεία και γλώσσα

Δεύτερον, θα πρέπει επιτέλους με σοβαρότητα και ειλικρίνεια να μας απασχολήσει η καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας. Έχοντας επιβιώσει για τρεις χιλιάδες χρόνια, η ελληνική γλώσσα απειλείται σήμερα από την πίεση του διαδικτύου και τη γλωσσική αβελτηρία ορισμένων πολιτικών και δημοσιογράφων, ιδίως εκείνων των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Ας θυμηθούμε ότι η απελευθέρωση της βόρειας και της νησιωτικής Ελλάδας και η αναζωογόνηση και η καλλιέργεια της νέας ελληνικής υπήρξαν τα σημαντικότερα επιτεύγματα του ελληνικού κράτους. Η καλλιέργεια της γλώσσας εξασφάλισε τόσο βιώσιμη παιδεία στη χώρα όσο και την εμφάνιση αξιόλογης λογοτεχνίας. Τώρα πλέον παιδεία και γλώσσα απειλούνται σοβαρά, μεταξύ άλλων και από την αδυναμία των εκάστοτε κρατούντων να αντιληφθούν την ουσιαστική και ιστορική σημασία τους. Αλήθεια, αναρωτήθηκε κανείς αν μπορεί να υπάρχει η Ελλάδα χωρίς ακμαία την ελληνική γλώσσα; Ας διερωτηθούμε επίσης κατά πόσον η ψηφιακή πανάκεια στην εκπαίδευση, την οποία επαγγέλλεται ένας μάλλον απλουστευτικός «εκσυγχρονισμός», όντως πρόκειται να προαγάγει την παιδεία ως «δύναμη θεραπευτική της ψυχής», όπως έγραψε κάποτε ο Ι. Θ. Κακριδής.

Χωρίς ουσιαστική παιδεία και γλωσσική κατάρτιση δεν θα μπορέσει η Ελλάδα να αντιμετωπίσει και την άλλη σοβαρότατη πρόκληση, η οποία πλέον είναι πιεστικά ορατή και θα καθορίσει πολλά ζητήματα μέσα στον εικοστό πρώτο αιώνα, την πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας και της ενσωμάτωσης των προσφυγικών ομάδων που συρρέουν από μη προνομιούχες περιοχές του πλανήτη. Η ελληνική παιδεία και γλώσσα υπήρξαν ο αγωγός της εθνικής ενότητας κατά την περίοδο της συγκρότησης του ελληνικού κράτους και αυτός προσφέρεται ως ο πρωταρχικός μηχανισμός εγκοινωνισμού των παιδιών του μεταναστευτικού πληθυσμού, που θα τους καταστήσει εποικοδομητικά μέλη της κοινωνίας πολιτών μάλλον παρά θύματα του υποκόσμου.

Θα μπορούσαν να λεχθούν και άλλα πολλά, για την οικονομία για παράδειγμα, τολμώ να αναφέρω ως μη ειδικός, και την ανάγκη επιτέλους να επαναπροσανατολισθεί η ανάπτυξη προς τον πρωτογενή τομέα των θαυμάσιων γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της ελληνικής γης μάλλον, παρά αποκλειστικά προς τον τουρισμό, του οποίου η πανδημία απέδειξε την απόλυτη επισφάλεια.

Κατέθεσα από τη σκοπιά του μελετητή της ιστορίας του ελληνισμού ορισμένες σκέψεις για το μέλλον ως υπαινιγμούς μάλλον, παρά ως κατηγορικές παραινέσεις. Όσα ελέχθησαν εκπορεύονται από την ελπίδα, συχνά φευγαλέα και ανεκπλήρωτη, να πρυτανεύσει στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο η σοβαρότητα και η συναίσθηση ευθύνης τόσο για το ιστορικό καταπίστευμα του οποίου είμαστε ανάδοχοι όσο και για όσα οφείλουμε να προσφέρουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια και στον κόσμο. Να ελπίσουμε ότι κατά την τρίτη εκατονταετία του ελεύθερου εθνικού βίου θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τα δεινά του λαϊκισμού στις ποικίλες αποχρώσεις του και της ακραίας ιδιοτέλειας που μαστίζει την κοινωνία, ώστε η Ελλάδα, που αναδύθηκε από τον οραματισμό της ελευθερίας και τις θυσίες των αγωνιστών του 1821, να είναι εκείνη που οφείλει να είναι; Εύχομαι να μην πρόκειται για «κενές ελπίδες», για να θυμηθούμε τον Αίαντα του Σοφοκλή.

Πηγή: Περιοδικό «Κ»