ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Η νέα αφετηρία

Tου Αριστείδη Χατζή - Kαθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Είναι μέλος της Επιτροπής «Ελλάδα 2021»

«Το δύσκολο δεν είναι απλώς να συντρίψεις τις αλυσίδες του τυραννικού ζυγού. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να συναρμόσεις έπειτα μια νέα πολιτεία, οι πολίτες της οποίας να μην υποτάσσονται παρά μόνο στους νόμους. Για να την κατασκευάσεις αυτή την πολιτεία, υπάρχουν δύο υλικά: οι πολιτικές γνώσεις και οι ηθικές αρετές. Αλλά και αυτά δεν αρκούν αν δεν είναι σπαρμένα σε ολόκληρο το έθνος. Διότι ο νομοθέτης που θα έχει την πολιτική γνώση και τις απαραίτητες ηθικές αρετές θα πρέπει να βρει συνεργάτες που επίσης να τις διαθέτουν, και αυτοί με τη σειρά τους να πείσουν με τα λόγια αλλά και με το παράδειγμά τους τους υπόλοιπους πολίτες. Τι ωφελεί να είναι ο ίδιος ο νομοθέτης ανιδιοτελής, εάν κυβερνά ένα έθνος πλεονεκτών; Τι ωφελεί να είναι ο ίδιος ο νομοθέτης φίλος της ελευθερίας, εάν το έθνος του είναι γεμάτο από εχθρούς της ισονομίας; Δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Ούτε τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης τα έχουν καταφέρει.

Εμείς δεν ανήκουμε ακόμα σε αυτά τα φωτισμένα έθνη. Δεν είχαμε τα μέσα να αποκτήσουμε πολιτικές και ηθικές γνώσεις και η ανομία που κυριαρχούσε μας διέφθειρε. Αναγκαστικά, αυτή η μεγάλη περίοδος της ιστορίας μας θα επηρεάζει για πολύ καιρό ακόμα την καθημερινότητά μας αλλά και το μέλλον της πατρίδας μας. Εκτός κι αν βρούμε τρόπο να απαλλαγούμε από αυτή την επιρροή ή τουλάχιστον να μειώσουμε τη διάρκειά της. Είναι δύσκολο να μάθεις κάτι για πρώτη φορά, αλλά ασύγκριτα πιο δύσκολο είναι το να ξεχάσεις όσα έχεις ήδη μάθει. Ιδιαίτερα αν αυτό που έμαθες αποτελεί μέρος της κληρονομιάς σου και προέρχεται από τον πατέρα σου, τον παππού σου, τον προπάππο σου, από τους μακρινούς σου προγόνους. Η σταθερά ριζωμένη συνήθεια, όταν περάσει ο χρόνος, μετατρέπεται σε φύση. Οι πράξεις που συνηθίζεις να κάνεις αυτόματα σου γίνονται τόσο αναγκαίες όσο η τροφή, η στέγη, κάθε άλλη ανάγκη του σώματος. Αν είναι μια λανθασμένη αντίληψη, που όμως εσύ έχεις μάθει να την πιστεύεις, θα την αντιμετωπίζεις πάντοτε ως μία από τις πλέον αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Το να ζητάς να ξεμάθει κάτι αυτός που έχει ανατραφεί να πράττει και να πιστεύει λανθασμένα είναι το ίδιο με το να προσπαθείς να του αποσπάσεις την ψυχή από το σώμα του.

Έχουμε ένα ισχυρό όπλο, τον νόμο, που βασίζεται στον ορθό λόγο. Αλλά κι αυτό δεν είναι δεδομένο σήμερα ούτε για τη φωτισμένη Ευρώπη. Πολύ περισσότερο για την Ελλάδα. Πώς να τοποθετήσουμε τον νόμο στη θέση που πρέπει και πώς να καταστήσουμε κανόνα της συμπεριφοράς μας τον ορθό λόγο, όταν για αιώνες ο ορθολογισμός ήταν άγνωστος στους Έλληνες; Που καταπιέζονταν από τον θηριώδη παραλογισμό των Τούρκων, αλλά και πριν από αυτούς από τον δεσποτισμό των χριστιανών αυτοκρατόρων;

Ωραία, θα μου πείτε, αυτά τα ξέρουμε, δεν χρειάζεται να μας τα θυμίζεις και να μας απελπίζεις. Η συνείδησή μας το φωνάζει κάθε μέρα. Τι να κάνουμε, όμως, δεν μας είπες ακόμα.

Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε πρώτα απ’ όλα είναι να παραδεχθούμε το πρόβλημα. Δεν πρέπει να ντρέπεται κανείς να μιλήσει για τη φθορά, για την ασθένεια του έθνους, εάν αγαπάει αληθινά την πατρίδα του. Από αυτή την παραδοχή εξαρτάται η θεραπεία.

Ένα δεύτερο βήμα είναι να δούμε τι μας λείπει. Δεν μας λείπουν οι ήρωες, αυτοί που μπορούν να ταπεινώσουν τους τυράννους. Μας λείπουν όμως οι σοφοί, αυτοί που θα στήσουν μια πολιτεία ευνομίας στον τόπο όπου κυριαρχούσε μέχρι τώρα η ανομία. Ούτε και στη φωτισμένη Ευρώπη υπάρχουν οι σοφοί σε αφθονία. Αλλά υπάρχουν τα καλά παραδείγματα λαών που ευημερούν ελεύθεροι, που απολαμβάνουν την ειρήνη και την ευνομία. Ας τα μιμηθούμε, για να καταπραΰνουμε τα πάθη μας, να χαλιναγωγήσουμε τη φιλαρχία και την πλεονεξία, να επιβάλουμε την ομόνοια. Αν θέλουμε να παραμείνουμε αυτόνομοι, δεν βλέπω άλλη σωτηρία από την κυριαρχία του νόμου, διότι από τους νόμους και μόνο κρέμεται η ευδαιμονία της Ελλάδας.

Οι νόμοι εκφράζουν την κοινή θέληση του έθνους, το κοινωνικό συμβόλαιο. Όταν οι νόμοι κυβερνούν, ποιος τολμά να σφετερισθεί την εξουσία τους ή ποιος έχει δίκιο όταν παραπονιέται εναντίον τους; Γιατί αυτή την Ελευθερία που με τόσους κόπους αποκτήσαμε μόνο η Δικαιοσύνη μπορεί να τη διαφυλάξει. Αλλά δεν αρκούν ούτε αυτά, αν δεν κατανοήσουμε ότι δεν έχουμε απλώς υποχρέωση να μην αδικούμε τους άλλους, αλλά θα πρέπει και να εμποδίζουμε τις αδικίες όπου τις συναντάμε. Γιατί ο νόμος δεν πρέπει να αποτελεί μόνο το φόβητρο ή ένα απλό κίνητρο, αλλά θα πρέπει και να βασίζεται στη δίψα για τη Δικαιοσύνη.

Το νέο μας κράτος θα πρέπει να βασίζεται στον νόμο, να ποτίζεται και να τρέφεται με Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη εξασφαλίζει την Ειρήνη και η Ειρήνη σώζει την Ελευθερία».

Xatzis 19012021

Μια ουτοπική ιδέα για την Αθήνα του 21ου αιώνα: ένα πράσινο «ποτάμι» που συνδέει το κέντρο της πόλης με το παραλιακό της μέτωπο, πρόταση του αρχιτεκτονικού γραφείου Point Supreme Architects στη 13η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας.

Οι σκέψεις που μόλις διαβάσατε γράφτηκαν το 1823 από τον Αδαμάντιο Κοραή. Δεν γράφτηκαν ακριβώς έτσι, εγώ έκανα την επιλογή, τη διασκευή και τη μεταφορά τους στον σημερινό μας λόγο, αλλά χωρίς να αλλάξω τίποτε το ουσιαστικό. Ο Κοραής έγραψε το κείμενο για τη δεύτερη έκδοση της μετάφρασης ενός θεμελιώδους έργου για τη θεωρία δικαίου και τη φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία, του «Περί Αδικημάτων και Ποινών» (1764) του Τσέζαρε Μπεκαρία. Ο Κοραής βρήκε εκεί την ευκαιρία να εκφράσει μερικές σκέψεις για την πορεία του νέου κράτους που είχε δημιουργηθεί μετά την επιτυχία της Επανάστασης, έναν χρόνο νωρίτερα.

Επέλεξα αυτό το κείμενο για να δούμε τι πετύχαμε στους δύο αιώνες που πέρασαν, αλλά και πού δεν τα πήγαμε και τόσο καλά όσο θα θέλαμε. Οι στόχοι των επαναστατών, ιδιαίτερα αυτών που οργάνωσαν την Επανάσταση και την έλεγξαν ιδεολογικά, ήταν δύο: από τη μια η εθνική ανεξαρτησία, από την άλλη η θεμελίωση ενός ευρωπαϊκού κράτους. Αν δούμε την ελληνική ιστορία μακροσκοπικά, το ελληνικό κράτος είναι πετυχημένο. Όχι μόνο γιατί πραγματοποίησε μεγάλο μέρος της εθνικής του ολοκλήρωσης, αλλά και γιατί το έκανε πάντοτε από τη σωστή πλευρά της ιστορίας. Από την πλευρά, δηλαδή, που ήταν η νικηφόρα αλλά και αυτή που βρισκόταν πάντα πιο κοντά στην ελευθερία και την ευημερία.

Γι’ αυτό η Ελλάδα αποτελεί και ένα καλό θεσμικό παράδειγμα. Η Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες φιλελεύθερες δημοκρατίες στον κόσμο, με συντάγματα από την 1η Ιανουαρίου 1822. Με μικρά διαλείμματα αυταρχισμού, αλλά με μακρές περιόδους ανώμαλης πολιτικής ζωής και διχασμού. Οι Έλληνες άνδρες απέκτησαν το καθολικό δικαίωμα ψήφου πρώτοι, ουσιαστικά, στην Ευρώπη, αν και οι γυναίκες περίμεναν περισσότερο από έναν αιώνα. Σύμφωνα με τον καθηγητή Νίκο Αλιβιζάτο, από το 1843 έως το 2019 είχαμε 67 εκλογές, οι 52 από τις οποίες έγιναν άψογα και μόνο οι 15 ήταν προβληματικές. Το ότι ο ελληνικός λαός ψήφιζε κάθε 2,8 χρόνια (με υψηλά ποσοστά συμμετοχής), παρά το όποιο κόστος, αποτέλεσε καλό μάθημα δημοκρατίας· δεν είναι μικρή επιτυχία αυτή. Οι εκλογές, μέχρι και σήμερα, είναι η ασφαλιστική δικλίδα· αποσυμπιέζουν τις πολιτικές εντάσεις, ικανοποιούν τον λαό γιατί αποτελούν την άσκηση μιας πραγματικής εξουσίας. Όχι μόνο εξαιτίας της συχνότητάς τους, αλλά και γιατί οι εκλογές στην Ελλάδα ανατρέπουν συχνά πολιτικά κυρίαρχους που φαίνονται παντοδύναμοι, αποτελούν ρήξεις, δίνουν ευκαιρίες ανασυγκρότησης μετά από κρίσεις, ακόμα και καταστροφές. Όλα αυτά δεν πρέπει καθόλου να τα υποτιμήσουμε.

Η Ελλάδα αποτελεί λοιπόν ένα καλό παράδειγμα. Το εργαστήριο θεσμών και ιδεών που γεννήθηκε το 1821 λειτούργησε. Οδήγησε μία δεκαετία αργότερα στο πρώτο πείραμα δημιουργίας εθνικού κράτους στην Ευρώπη. Τα σκαμπανεβάσματα ήταν αρκετά, αλλά από το 1974 και μετά κεφαλαιοποιούμε και θεσμικά την εμπειρία μας και βαδίζουμε, το ξέρουμε πια, στον σωστό δρόμο. Ο τρόπος που ξεπεράσαμε την κρίση μάς απέδειξε ότι έχουμε αντοχές, αρκετές αντιστάσεις και μια εδραιωμένη πλέον δημοκρατική παράδοση.

Γιατί, όμως, τα λόγια του Κοραή μάς φαίνονται τόσο επίκαιρα ακόμα και σήμερα; Γιατί η παραπάνω όμορφη εικόνα είναι μόνο η μακροσκοπική. Όταν πλησιάζεις το αντικείμενο παρατήρησης, δεν σου αρέσει και τόσο το θέαμα που αντικρίζεις. Ναι, η Ελλάδα είναι μια φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά απέχει πολύ από το να αποτελεί πρότυπο. Οι θεσμικές αδυναμίες είναι γνωστές: πελατειακό κράτος, αναξιοκρατία, πολυνομία, διαφθορά, ανομία, αναποτελεσματική γραφειοκρατία, κλειστή αγορά, ολιγοπώλια, μεγάλες οικονομικές ανισότητες. Τη θεσμική ανωριμότητα την υπερασπίζεται ένας γκροτέσκος εθνικολαϊκιστικός εξαιρετισμός, αλλά και μια μοιρολατρική αποδοχή της πολιτικής ανηθικότητας και της θεσμικής αναποτελεσματικότητας. Όμως συχνά είναι το αποτέλεσμα στυγνού πολιτικού καιροσκοπισμού. Ο συνδυασμός πολιτικών γνώσεων και ηθικών αρετών που αναζητά το 1823 ο μεγαλύτερος Έλληνας φιλελεύθερος διανοούμενος αποτελεί κάτι το εξαιρετικά σπάνιο στην ελληνική πολιτική ζωή, από τότε μέχρι σήμερα.

Αλλά, όπως επισημαίνει ο φανταστικός συνομιλητής του Κοραή, έχουμε βαρεθεί να τα ακούμε όλα αυτά. Έχεις κάτι συγκεκριμένο να προτείνεις;

Ας αρχίσουμε από αυτά που προτείνει ο ίδιος ο Κοραής. Η αυτοκριτική δεν έγινε όταν έπρεπε να γίνει, στην αρχή, στο μέσο ή στο τέλος τουλάχιστον της οικονομικής κρίσης. Αν είχε γίνει, θα ήταν παραγωγική. Όπως δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι το ανόητο αυτομαστίγωμα που τελικώς έκρυψε τις παθογένειες κάτω από το χαλί. Κάθε πάθημα γίνεται και ένα μάθημα, αλλά στη δική μας περίπτωση τα μαθήματα ήταν πολύ ακριβά για τα μαθησιακά αποτελέσματα που τελικά μας πρόσφεραν. Οι δε ξένες καλές πρακτικές είναι πάντα εκεί έξω. Απλώς κάνουμε ότι δεν τις βλέπουμε ή δεν μας ταιριάζουν. Στην πραγματικότητα δεν μας βολεύουν, γιατί θα βλάψουν κατεστημένα συμφέροντα ή θα σκοντάψουν στις ιδεοληψίες μας.

Την 1η Ιανουαρίου του 2022, το ελληνικό κράτος θα μπει στην τρίτη εκατονταετία της ύπαρξής του. Αν υποχρεωθώ να προβλέψω τη συνέχεια, αυτή θα είναι μακροσκοπικά και πάλι θετική. Αλλά πόσο ακόμα θα μας αρκεί ο βηματισμός της χελώνας; Τα χρόνια της κρίσης και η πανδημία που ακολούθησε προσφέρουν μια σπάνια υπαρξιακή εμπειρία. Είναι εκείνη η στιγμή που έχεις την ανάγκη του αναστοχασμού, γιατί οι βεβαιότητες καταρρέουν και μένεις μετέωρος. Χρονιές-ορόσημα, όπως το 2021, προσφέρουν μία επιπλέον ευκαιρία να ξαναδούμε τα πράγματα από την απαραίτητη απόσταση. Σπάνια σου δίνεται η ευκαιρία να βρεθείς μπροστά σε μια αφετηρία, και μάλιστα με την απαραίτητη εμπειρία για να μη χάσεις και πάλι τον δρόμο.

Πηγή: Περιοδικό «Κ»